Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

... άν δέν ήταν έτσ'...δε θα γινόταν έτσ' .... Γιαννιώτικος μεσελές ...




παλιός γιαννιώτικος μεσελές 

... προς "τέρψιν" των φίλων ... 


~~ ΙΩΑΝΝΙΝΑ "τα μποστάνια της καλούτσανης χιονισμένα" - Φωτογραφία του Π.Βοκοτόπουλου την δεκαετία του '60 - δημοσιευμένη σε γιαννιώτικη διαδικτυακή ομάδα από τον Βασίλη Χολέβα.

-- Για την παρακάτω ιστοριούλα που θα προσπαθήσω να σας διηγηθώ , αγαπητοί φίλοι , αφορμή ήταν η φωτογραφία με τα χιονισμένα μποστάνια της περιοχής Καλούτσιανης .
  Πριν χρόνια είχα γνωρίσει έναν παλιό γιαννιώτη ... "αλλά ντάμ παπαντάμ" Κανλουτσεσμιώτη , τον κυρ Σοφοκλή ή "Σοφοκλάκια" όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι και γνωστοί του.... Έναν "μποέμ" τύπο του παλιού καιρού με καταγωγή από τις νοικοκυρεμένες οικογένειες της Καλούτσιανης , με το πατρικό σπίτι , την οικογενειακή επιχείρηση και την "τάξη" του παλιού καιρού στις οικογενειακές σχέσεις και υποχρεώσεις ... "τάξη" - "τάξη" ... αλλά ο "άντρας θα κάνει και την ζωή του" ... Έτσι κι ο Σοφοκλής σαν νέος ... και αργότερα παντρεμένος , δεν είχε ξεφύγει από τα πρότυπα  του "γιαννιώτη γλεντζέ" που περιγράφουν οι Χατηπελερέν και Σαλαμάγκας ... "γλεντζέδες" που χωρίς να παραμελούν ή να προσβάλουν τις οικογενειακές παραδόσεις ήταν όμως ικανοί "να βγάλουν από το χέρι της συζύγου το ρολόι και να το βάλουν στο χέρι της 'τσιγκίστρας' που τραγουδούσε στο πάλκο των πανηγυριών της νήσου και των περιχώρων" !!! Πριν μπω στην κύρια διήγηση που την άκουσα από τον Σοφοκλή  θα σας πω για ένα περιστατικό της ζωής του όπως ο ίδιος μου το διηγήθηκε μεταξύ τσίπουρου και μεζέ σε γιορτή κοινού φιλικού σπιτιού... :
 ... " Ήταν καλοκαίρι στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1950 και ο Σοφοκλής με την παρέα του (τρεις φίλους ακόμη) είχε βρεθεί   στην ταβέρνα "κήπος του Αλάχ" στα οβρέϊκα μνήματα . Στην ταβέρνα μέσα ήταν μόνο η παρέα του Σοφοκλή και ο Γιώργος ο ταβερνιάρης , όταν , προχωρημένη ώρα , άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας από τους ιδιοκτήτες οικοπέδων της περιοχής και κάθισε μαζί με τον ταβερνιάρη και συζητούσαν τα "οικοπεδικά" ....
 Η περιοχή των συνοικισμών Δεξαμενή-Αγ.Τριάδα-Καλλιθέα  τότε ήταν σχεδόν ακατοίκητη . Παλιά βρυζοχώραφα και βοσκοτόπια είχαν οικοπεδοποιηθεί από τους ιδιοκτήτες και πουλιόταν κυρίως σε ανθρώπους που είχαν κατεβεί με τον πόλεμο από τα χωριά και είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στην πόλη.
  Η παρέα του Σοφοκλή είχε την συζήτησή της , οι άλλοι δυό τα δικά τους , αλλά όπως συνηθίζετε "έστηναν και αυτί" ... κι ο Σοφοκλής μεταξύ καλαμπουριών ακούει πως πουλιέται ένα οικόπεδο στην "δεξαμενή" και ότι "αν κάποιος μου δώσει αυτή  την ώρα 5 λίρες είναι δικό του ..." 
 Ο Σοφοκλής πάντοτε κουβαλούσε μαζί του 5 λίρες επιμελώς τυλιγμένες σε χαρτί τετραδίου στην μικρή μπροστινή τσέπη του παντελονιού κάτω από την ζώνη με το τρίγωνο "καπάκι" και το κουμπάκι ... Τις κουβαλούσε για περίπτωση ανάγκης ή μιας ευκαιρίας (όπως η συγκεκριμένη) ή και για "φιγούρα" σε κάποιο γλέντι .... Άρχισε λοιπόν να σκέφτεται "να η ευκαιρία" και πώς θα πλησιάσει την παρέα των δύο για να την "αρπάξει"... Κι εκεί επάνω στην ώρα των μεγάλων αποφάσεων  ξανανοίγει η πόρτα της ταβέρνας και μπαίνει ένας τύπος μονολογόντας φωναχτά : " κάτω στο μώλο στου ντενεκέ γίνετε της πουτάνας ... είναι ο Τσαουσάκης με την Χρυσάφη ...."
 .... Αυτό ήταν. Ρίχτηκε στην παρέα του Σοφοκλή η ιδέα να πάνε κι αυτοί στο μώλο και ξεχάστηκαν οικόπεδα και λίρες ... Κατηφόρισαν προς το Ντεντέ Ουρούτσι (όπως λένε και σήμερα οι γιαννιώτες την περιοχή του πλάτανου , που ανάβουν την φωτιά τις αποκριές,από το τζαμί που ήταν εκεί) , εκεί βρήκαν και ένα κάρο (χειράμαξα) ανέβηκαν επάνω οι τρεις της παρέας τους έσπρωχνε ο τέταρτος ... μετά ανέβαινε κι αυτός τους έσπρωχνε ο άλλος κι έτσι με τραγούδια και καλαμπούρια "κατρακύλησαν" ως το μώλο ... 
  Στου τενεκέ σαν να τους περίμεναν ...  άναψε το γλέντι για τα καλά ... πρώτο τραπέζι ... κεράσματα ... παραγγελιές ... χορό ... ως το πρωί .... "φαγώθηκε" έτσι ένα μερίδιο από τα 5 "κομμάτια" ... κι ούτε που τα έκλαψε ο Σοφοκλής ... αντίθετα τα μολογούσε για μέρες .... Μονάχα τώρα μεγάλος που έβλεπε την εξέληξη της περιοχής το ανέφερε και πάλι όχι μετανιωμένος , αλλά "περήφανος" για τα κατορθώματά του ....
.... αυτοί ήταν οι παλιοί γιαννιώτες γλεντζέδες και με παρόμοιους "μεσελέδες" περνούσαν τις ώρες τους γύρω από το μεγάλο μαγγαλοτράπεζο στα ¨κρασοπλιά" και τα "ρακοπλιά"....
  Από αυτόν τον τύπο άκουσα και την παρακάτω ιστοριούλα που ξεκίνησα να σας πώ και την ονόμασα :

... άν δεν ήταν έτσ' ... δεν θα γινόταν έτσ' ...

-- Τα μποστάνια.Τα πάντερπνα γιαννιώτικα μποστάνια εκτείνονταν στην παραλίμνια περιοχή της πόλης από τον Άγιο Νικόλαο στους Κοπάνους  , ως κάτω από τον Ακραίο με ενδιάμεσο χώρισμα την χερσόνησο του κάστρου. Από την μεριά των Κοπάνων ιδιοκτήτες ήταν οι τεκέδες του Σιέη Λουτφή (κάτω από το σπίτι του Αη Γιώργη) και του Γαζή Εβρενόζ.Από την μεριά της Καλούτσιανης στην πλειοψηφία τους ανήκαν στο Τζαμί Ασλάν Πασιά με εξαίρεση 2-3 κομμάτια που τα είχαν ιδιώτες Τούρκοι και ο Μπούντας ή Όβολος (;) κάτω από τα Λιθαρίτσια , εκεί που λένε ότι καταπνίγηκε στο αίμα η εξέγερση του Διονύσιου Φιλόσοφου τον Σεπτέμβρη του 1611. Μοιρασμένα σε τεμάχια τα νοίκιαζαν οι χριστιανοί μποσταντζήδες και τα δούλευαν . Εκεί πέρναγαν την μέρα τους χειμώνα καλοκαίρι καλλιεργώντας ζαρζαβατικά της κάθε εποχής για την αγορά των Γιαννίνων.Μερακλήδες άνθρωποι οι μποσταντζήδες είχαν δημιουργήσει κληρονομικά από πατέρα σε γιο δική τους κηπευτική αρχιτεκτονική και δικούς τους σπόρους ... Είχαν το καλυβάκι τους δίπλα από το χαντάκι που έφερνε νερό από την λίμνη , εκεί κοντά και το ροδάνι που πότιζαν , εκεί και η μεγάλη σκάφη που ξέπλεναν τα ζαρζαβάτια πριν το πακετάρισμα ... Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 οι περισσότεροι τα αγόρασαν .... 
  Σε μεγάλο μέρος από τα μποστάνια της Καλούτσανης καλλιεργούσαν , αλλά και επεξεργαζόταν το λινάρι . Ινώδες φυτό το λινάρι , μετά από επίπονη επεξεργασία με μούσκεμα στο νερό και "κοπάνισμα" δίνει ανθεκτικό νήμα κατάλληλο για την κατασκευή υφάσματος για τσουβάλια - ζιάκες . Το νήμα το αγόραζαν τα εργαστήρια ύφανσης και ραφής τσουβαλιών , που τα περισσότερα βρίσκονταν κοντά στα μποστάνια προς την μεριά της πόλης και είχαν ιδιοκτήτες τούρκους,χριστιανούς και λίγους εβραίους. Όπως συνηθιζόταν τότε τα εργαστήρια ήταν μαζί με το σπίτι του αφεντικού (και στα ταμπάκικα και οι φούρνοι κ.ά.) και το ωράριο εργασίας συνεχές "ήλιο μ' ήλιο" που λένε... 
  Ένα από τα καλά εργαστήρια της Καλούτσιανης τόχε κάποιος τουρκογαννιώτης "Μπέη" (κύριο) τον φώναζαν κι έτσι το όνομά του δεν το θυμόταν κανείς . Εποχή της διήγησής μας ακαθόριστη ... μέσ' την τουρκοκρατία.... Είχε ο Μπέης 5-6 αργαλειούς κι άλλους τόσους ραφτάδες και θεληματίδες που περίμεναν στον δρόμο για μεταφορές και άλλα θελήματα. Είχε κοινή πόρτα εργαστήρι και σπίτι και πολλές φορές όλοι μαζί στις ώρες εργασίας  γινόταν ένα σε χαρές και λύπες προσωπικές και εργασιακές . Οι υφαντήδες κι οι ράφτες  ήταν άντρες γεροδεμένοι από τα χωριά και την πόλη.Γρήγορα μάθαιναν την δουλειά και με πειράγματα , μελωδικά σφυρίγματα και κουβέντες  "ξεσυνερίζονταν" ποιος θα έβγαζε τα περισσότερα κομμάτια . Ο Μπέης είχε την γωνιά του με τζάκι , το "μπάσι" , την τάβλα και τα "σιεργκένια" (ράφια) με τα "τεφτέρια" κι από εκεί παρακολουθούσε τους εργάτες του , έκλεινε και  ρύθμιζε τις παραγγελίες ... Το μεσημέρι σταματούσαν για λίγο να φάνε και στον μπάγκο του αργαλειού ξετύλιγαν οι εργάτες τους "μποξιάδες" όπου είχαν  το "πινάκι" με το φαγητό , λίγο ψωμί λίγο τυρί και καμιά φορά κανα "φελί" πίτα. Ο Μπέης  δεν άφηνε το πόστο του ούτε εκείνη την ώρα . Κατέβαινε η Κυρά με την "δούλα"από το σπίτι, με  το  "σινί " και τα χαλκωματένια  πιάτα και τον σερβίριζε εκεί στην γωνιά . Παράστεκαν  εκεί  οι δύο  με την πλάτη γυρισμένη προς την εργατιά και περίμεναν να τελειώσει ο αφέντης ή να τους πει να φύγουν .... Αργά το βράδυ καθάριζε ο καθένας το πόστο του καληνυχτίζονταν κι έφευγαν ... Έτσι περνούσαν οι μέρες ....
  Μιά μέρα παρουσιάστηκε στο εργαστήρι ένας "έντιμος" γείτονας με ένα "χωριατόπλο" με τα διμιτένια ρούχα , τα τσαρούχια και το μαύρο φεσάκι του , που το σύστησε για "κουμπαρόπλο" του στον Μπέη και τον παρακάλεσε να τον πάρει για δουλειά ,"δλειά νάναι κι ότ' νάναι" εγγύηση ο ίδιος. Ο Μπέης χωρίς πολλές κουβέντες του είπε ας καθίσει και βλέπουμε .... Κι έτσι το χωριατόπλο από την άλλη μέρα μπήκε στην δούλεψη του Μπέη.... Από τα λίγο ξέμακρα ημιορεινά χωριά το παλικαράκι μας ξανθοκόκκινο και πρόσχαρο δεν είχε σταματημό , από θέλημα σε θέλημα με το χαμόγελο και το "όρσε" , τον συμπάθησαν όλοι στο εργαστήρι και γρήγορα του έδειξαν και τα κόλπα της δουλειάς , έξυπνο κι αυτό , την "έκλεψε' την τέχνη και σύντομα τον έβαλε ο Μπέης σε αργαλειό κι άρχισε να "βγάζει κομμάτια".Τα μεσημέρια έβγαζε κι αυτό τον "μποξιά" με το φαγητό , που του ετοίμαζε η σπιτονοικοκυρά του , όπως το είχαν συμφωνήσει όταν είχε νοικιάσει δωμάτιο, και καμιά φορά που του έρχονταν καλάθι από το χωριό με τις αλλαξιές τις καθαρές είχε κι αυτός κανά "φελί" πίτα και κανά φρούτο της εποχής και τους κέρναγε όλους και του Μπέη του τόδινε από το πρωί το "πεσκέσι" από το χωριό που τόχε στείλει ο πατέρας ειδικά για αυτόν ...Με λίγα λόγια είχε εξελιχθεί σε λίγο καιρό σε καλό εργάτη και συμπαθητικό σε όλους και με τα τραγούδια και τα "σιουρήγματά" του ,τους ομόρφαινε και την ημέρα .
  Στις μεγάλες γιορτές οι εργάτες έπερναν άδεια για να τις περάσουν με τους δικούς τους κι άν ήταν να πάνε στο χωριό έπαιρναν και κανα δυό μέρες παραπάνω για τα οδοιπορικά . Στον γυρισμό όλοι ανανεωμένοι έλεγαν τα δικά του ο καθένας και πάλι στη ρουτίνα ... Σε κάποια από αυτές τις άδειες - επισκέψεις στο χωριό , το χωριατόπλο μας αρραβωνιάστηκε και με τον γυρισμό στη δουλειά , όταν τους είπε το νέο , όλοι χάρηκαν και τον ευχήθηκαν κι ο Μπέης του είπε πως από όταν με το καλό παντρευτεί και φέρει την νύφη θα του δώσει καλύτερο μεροκάματο για να νοικιάσει μεγαλύτερη "κάμαρα" και "νάχει" σαν "φαμελιάρης" που θα είναι . Ήρθαν , λοιπόν, οι συμφωνημένες από τους γονείς μέρες του γάμου , που έγινε στο χωριό. Πήγε παντρεύτηκε και γύρισε το χωριατόπλο μας με τα γαμπριάτικα ρούχα και την ξεθωριασμένη "οκνά" στα μαλλιά (* οκνά : κόκκινη μπογιά που βάφουν τα μαλλιά των νεονύμφων). Συμφώνησε με την σπιτονοικοκυρά για την μεγαλύτερη "κάμαρα" και τόπο στο μαγειρειό και μετά από λίγο καιρό κατέβηκε κι η χωριατοπούλα κόκκινη - κόκκινη κι αφράτη με τα σιγκούνια και το μαντήλι κι όλη την φρεσκάδα του βουνού.... Όλοι στην δουλειά και την γειτονιά τους ευχήθηκαν, "κέρασαν" και τη νύφη. Ακόμη και ο Μπέης με την Κυρά όταν την πρωτοείδαν στο εργαστήρι μεσημέρι που έφερε τον "μποξιά" με το φαγητό και κάθισε κι αυτή δίπλα στον μπάγκο ως που να τελειώσει ο καλός της και να συμμαζέψει,τους φώναξαν στην γωνιά και κέρασαν την νύφη ένα μετζίτι (τώρα χρυσό ή ασημένιο δεν μας είπαν...).
   Ο καιρός περνούσε η δουλειά - δουλειά και το σπίτι - σπίτι ...Το χωριατόπλο χαρούμενο έριχνε την σαΐτα δεξιά - αριστερά στα στημόνια του αργαλειού,πατούσε τα πετάλια με ρυθμό και καμάρι και "σιούριζε" χαρούμενους σκοπούς ... Κατά το μεσημέρι όλο και έριχνε τα μάτια κατά την πόρτα του εργαστηρίου γιατί η χωριατοπούλα σαν νιόπαντρη που ήταν συνέχισε κάθε μεσημέρι να πηγαίνει το φαγητό στον άντρα της να κάθονται μαζί στον μπάγκο του αργαλειού κι αφού συμμάζευε έφευγε...
 Έλα όμως που ο Μπέης την "έβαλε στο μάτι" .... σαν ο λύκος το αρνί και παραμόνευε και διεργαζόταν με τον νού του για την ευκαιρία... Όπως λένε άν βάλεις στο νού σου την "διαολιά" θα γίνει ... Και έγινε.
 Μια χαλαρή μέρα στην δουλειά κατάφερε , ο Μπέης , από εδώ κι από εκεί να είναι στο εργαστήρι μόνο το χωριατόπλο κι όταν πλησίαζε η ώρα του φαγητού είχε έτοιμη την πρόφαση να το στείλει σε εξωτερική δουλειά έτσι ώστε όταν θα έρχονταν η καλονιά να ήταν οι δυό τους .... Κι έτσι έγινε και έγινε κι η "πράξη".....
 Όταν επέστρεψε το χωριατόπλο δεν βρήκε τα πράγματα όπως τα ήξερε...λίγο η έκτη και η έβδομη αίσθηση των ερωτευμένων ... τα "πουλάκια" που φτερούγιζαν στο χαμηλωμένο βλέμμα της καλονιάς και τα λοξοκοιτάσματα του Μπέη ... όλα συνήργησαν στις υποψίες ... λίγο τις επόμενες μέρες και κάτι μισόλογα στη δουλειά (μπορεί και να μην ήταν αλλά αυτός έτσι νόμιζε)... όλα αυτά το έριξαν το χωριατόπλο μας σε μαρασμό ... Σταμάτησαν τα τραγούδια και τα "σιουρήγματα" , η σαΐτα πήγαινε δεξιά-αριστερά με βαριά άχ και βάχ , τα μεσημέρια ούτε που κοίταζε προς την πόρτα κι όταν ερχόταν η χωριατοπούλα  κάθονταν  σιωπηλοί στον μπάγκο και δεν κοιτιώταν ... Κανένας δεν τον ρώτησε τίποτε από τους συντρόφους ,που κι αυτοί με τον καιρό και από την συμπεριφορά του Μπέη  κάτι έβαλαν με τον νού τους ... 
  Και η Κυρά κι αυτή κάτι κατάλαβε και μάλιστα πολύ καλά και δεν στεναχορεύτηκε τόσο για λογαριασμό της ( αυτή έτσι τα ήξερε τα ζακόνια του αφέντη της),αλλά περισσότερο για το χωριατόπλο που έδινε χαρά στον τόπο  και τώρα το έβλεπε να μαραζώνει .... Κατέβαινε τα μεσημέρια με το σινί και τον λοξοκοίταζε μέσα από την "μπούλα" (μαντήλα) και της ράγιζε την καρδιά η προστυχιά του αντρός της ... Τα άχ και τα βάχ συνεχίζονταν είχε αδυνατίσει και λίγο από την ανορεξία ... Τα πρόσεχε όλα αυτά η Κυρά και κάτι συλλογιζόταν να κάνει για να έπαιρνε και των δυό τους την εκδίκηση. Κι έγινε ... Ήρθε το σεκέρ Μπαϊράμ , γιορτή που οι τούρκοι έκαναν χαλβά σιμιγδαλένιο κι άλλα σερμπέτια , κι ο Μπέης πετάγονταν για επισκέψεις σε φίλους και συγγενείς , κάπως ξεμοναχιάστηκε και το εργαστήρι και τότε βρήκε την ευκαιρία η Κυρά  να του μιλήσει . Βγήκε στο κεφαλόσκαλο και τον κάλεσε επάνω στο σπίτι . Εκεί τον ρώτησε και τον πίεσε να της πεί τι του συμβαίνει και με τα πολλά αναγκάστηκε να της πεί ... " Νά ο Μπέης κι η γυναίκα μ' ..." της είπε. " Όρε κι για αυτό χολιάζεις ;" του είπε η Κυρά " έλα εδώ" και τον τράβηξε στο "μιντέρι" του μαγειριού ... Κι εκεί έγινε η δεύτερη "πράξη" ...
  Από την άλλη μέρα το χωριατόπλο μας έπιασε με "φούρια" την σαΐτα και πετώντας την δεξιά στο στημόνι έλεγε : "αν δεν ήταν έτσ' " και μετά πρός τα αριστερά : "δεν θα γινόταν έτσ'"... και πάλι " άν δέν ήταν έτσ' ... δεν θα γινόταν έτσ' " και πάλι και ματα πάλι ....
  Με τον καιρό όλα καταλάγιασαν και η ζωή συνεχίστηκε και συνεχίζετε . Τώρα τι θα πούνε οι ψυχολόγοι , οι κοινωνιολόγοι και οι υπόλοιποι "λόγοι" είναι δικιά τους δουλειά .
                                           ΤΕΛΟΣ

** Από την γιαννιώτικη εφημερίδα "ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ" :



φίλ.Π.γ.

"λάχανα μαζέματα" ("λ.μ.").

Νοέμβρης 2015 - Γιάννινα.