Σελίδες

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΡΑΠΤΗΣ ο πλανόδιος φωτογράφος της Κόνιτσας και του Ζαγορίου




~~ Γνώρισα την "δουλειά" του φωτογράφου Γεώργιου Ράπτη από το περιοδικό "Εν Τσεπελόβω" (τεύχος 20 - Απρίλιος 2015) , η οποία με εντυπωσίασε και μου "ξύπνησε" μνήμες μιας άλλης εποχής... Εδώ και λίγο καιρό "μοιράστηκα" διαδικτυακά 4-5 από τις φωτογραφίες του  με φίλους και παρατήρησα ότι ήταν άγνωστος σε πολλούς , αλλά εντυπωσίασε ... Σκέφτηκα λοιπόν να μοιραστώ όλη την δημοσίευση μέσα από το blog μου . Αυτό γίνετε με την άδεια του γιού του κυρίου Λάμπρου Ράπτη και της κυρίας Ελένης Π.Ράπτη η οποία πήρε και την συνέντευξη και τους ευχαριστώ.
~~ Εύχομαι σε όλους σας " καλο ταξείδι " !

==============================================

Ο φωτογράφος Γ.Ράπτης στο δρόμο για το Τσεπέλοβο.














                                                    



=======================================

========================================






















































****************************************************
****************************************************


 ===================================
===================================

                                                         ΤΕΛΟΣ

Γιά την αντιγραφή : φίλ.Π.γ.
"λάχανα μαζέματα" ( "λ.μ." )
~~ ΙΩΑΝΝΙΝΑ 17/Δεκεμβρίου/2015
  

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015

... άν δέν ήταν έτσ'...δε θα γινόταν έτσ' .... Γιαννιώτικος μεσελές ...




παλιός γιαννιώτικος μεσελές 

... προς "τέρψιν" των φίλων ... 


~~ ΙΩΑΝΝΙΝΑ "τα μποστάνια της καλούτσανης χιονισμένα" - Φωτογραφία του Π.Βοκοτόπουλου την δεκαετία του '60 - δημοσιευμένη σε γιαννιώτικη διαδικτυακή ομάδα από τον Βασίλη Χολέβα.

-- Για την παρακάτω ιστοριούλα που θα προσπαθήσω να σας διηγηθώ , αγαπητοί φίλοι , αφορμή ήταν η φωτογραφία με τα χιονισμένα μποστάνια της περιοχής Καλούτσιανης .
  Πριν χρόνια είχα γνωρίσει έναν παλιό γιαννιώτη ... "αλλά ντάμ παπαντάμ" Κανλουτσεσμιώτη , τον κυρ Σοφοκλή ή "Σοφοκλάκια" όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι και γνωστοί του.... Έναν "μποέμ" τύπο του παλιού καιρού με καταγωγή από τις νοικοκυρεμένες οικογένειες της Καλούτσιανης , με το πατρικό σπίτι , την οικογενειακή επιχείρηση και την "τάξη" του παλιού καιρού στις οικογενειακές σχέσεις και υποχρεώσεις ... "τάξη" - "τάξη" ... αλλά ο "άντρας θα κάνει και την ζωή του" ... Έτσι κι ο Σοφοκλής σαν νέος ... και αργότερα παντρεμένος , δεν είχε ξεφύγει από τα πρότυπα  του "γιαννιώτη γλεντζέ" που περιγράφουν οι Χατηπελερέν και Σαλαμάγκας ... "γλεντζέδες" που χωρίς να παραμελούν ή να προσβάλουν τις οικογενειακές παραδόσεις ήταν όμως ικανοί "να βγάλουν από το χέρι της συζύγου το ρολόι και να το βάλουν στο χέρι της 'τσιγκίστρας' που τραγουδούσε στο πάλκο των πανηγυριών της νήσου και των περιχώρων" !!! Πριν μπω στην κύρια διήγηση που την άκουσα από τον Σοφοκλή  θα σας πω για ένα περιστατικό της ζωής του όπως ο ίδιος μου το διηγήθηκε μεταξύ τσίπουρου και μεζέ σε γιορτή κοινού φιλικού σπιτιού... :
 ... " Ήταν καλοκαίρι στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1950 και ο Σοφοκλής με την παρέα του (τρεις φίλους ακόμη) είχε βρεθεί   στην ταβέρνα "κήπος του Αλάχ" στα οβρέϊκα μνήματα . Στην ταβέρνα μέσα ήταν μόνο η παρέα του Σοφοκλή και ο Γιώργος ο ταβερνιάρης , όταν , προχωρημένη ώρα , άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας από τους ιδιοκτήτες οικοπέδων της περιοχής και κάθισε μαζί με τον ταβερνιάρη και συζητούσαν τα "οικοπεδικά" ....
 Η περιοχή των συνοικισμών Δεξαμενή-Αγ.Τριάδα-Καλλιθέα  τότε ήταν σχεδόν ακατοίκητη . Παλιά βρυζοχώραφα και βοσκοτόπια είχαν οικοπεδοποιηθεί από τους ιδιοκτήτες και πουλιόταν κυρίως σε ανθρώπους που είχαν κατεβεί με τον πόλεμο από τα χωριά και είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στην πόλη.
  Η παρέα του Σοφοκλή είχε την συζήτησή της , οι άλλοι δυό τα δικά τους , αλλά όπως συνηθίζετε "έστηναν και αυτί" ... κι ο Σοφοκλής μεταξύ καλαμπουριών ακούει πως πουλιέται ένα οικόπεδο στην "δεξαμενή" και ότι "αν κάποιος μου δώσει αυτή  την ώρα 5 λίρες είναι δικό του ..." 
 Ο Σοφοκλής πάντοτε κουβαλούσε μαζί του 5 λίρες επιμελώς τυλιγμένες σε χαρτί τετραδίου στην μικρή μπροστινή τσέπη του παντελονιού κάτω από την ζώνη με το τρίγωνο "καπάκι" και το κουμπάκι ... Τις κουβαλούσε για περίπτωση ανάγκης ή μιας ευκαιρίας (όπως η συγκεκριμένη) ή και για "φιγούρα" σε κάποιο γλέντι .... Άρχισε λοιπόν να σκέφτεται "να η ευκαιρία" και πώς θα πλησιάσει την παρέα των δύο για να την "αρπάξει"... Κι εκεί επάνω στην ώρα των μεγάλων αποφάσεων  ξανανοίγει η πόρτα της ταβέρνας και μπαίνει ένας τύπος μονολογόντας φωναχτά : " κάτω στο μώλο στου ντενεκέ γίνετε της πουτάνας ... είναι ο Τσαουσάκης με την Χρυσάφη ...."
 .... Αυτό ήταν. Ρίχτηκε στην παρέα του Σοφοκλή η ιδέα να πάνε κι αυτοί στο μώλο και ξεχάστηκαν οικόπεδα και λίρες ... Κατηφόρισαν προς το Ντεντέ Ουρούτσι (όπως λένε και σήμερα οι γιαννιώτες την περιοχή του πλάτανου , που ανάβουν την φωτιά τις αποκριές,από το τζαμί που ήταν εκεί) , εκεί βρήκαν και ένα κάρο (χειράμαξα) ανέβηκαν επάνω οι τρεις της παρέας τους έσπρωχνε ο τέταρτος ... μετά ανέβαινε κι αυτός τους έσπρωχνε ο άλλος κι έτσι με τραγούδια και καλαμπούρια "κατρακύλησαν" ως το μώλο ... 
  Στου τενεκέ σαν να τους περίμεναν ...  άναψε το γλέντι για τα καλά ... πρώτο τραπέζι ... κεράσματα ... παραγγελιές ... χορό ... ως το πρωί .... "φαγώθηκε" έτσι ένα μερίδιο από τα 5 "κομμάτια" ... κι ούτε που τα έκλαψε ο Σοφοκλής ... αντίθετα τα μολογούσε για μέρες .... Μονάχα τώρα μεγάλος που έβλεπε την εξέληξη της περιοχής το ανέφερε και πάλι όχι μετανιωμένος , αλλά "περήφανος" για τα κατορθώματά του ....
.... αυτοί ήταν οι παλιοί γιαννιώτες γλεντζέδες και με παρόμοιους "μεσελέδες" περνούσαν τις ώρες τους γύρω από το μεγάλο μαγγαλοτράπεζο στα ¨κρασοπλιά" και τα "ρακοπλιά"....
  Από αυτόν τον τύπο άκουσα και την παρακάτω ιστοριούλα που ξεκίνησα να σας πώ και την ονόμασα :

... άν δεν ήταν έτσ' ... δεν θα γινόταν έτσ' ...

-- Τα μποστάνια.Τα πάντερπνα γιαννιώτικα μποστάνια εκτείνονταν στην παραλίμνια περιοχή της πόλης από τον Άγιο Νικόλαο στους Κοπάνους  , ως κάτω από τον Ακραίο με ενδιάμεσο χώρισμα την χερσόνησο του κάστρου. Από την μεριά των Κοπάνων ιδιοκτήτες ήταν οι τεκέδες του Σιέη Λουτφή (κάτω από το σπίτι του Αη Γιώργη) και του Γαζή Εβρενόζ.Από την μεριά της Καλούτσιανης στην πλειοψηφία τους ανήκαν στο Τζαμί Ασλάν Πασιά με εξαίρεση 2-3 κομμάτια που τα είχαν ιδιώτες Τούρκοι και ο Μπούντας ή Όβολος (;) κάτω από τα Λιθαρίτσια , εκεί που λένε ότι καταπνίγηκε στο αίμα η εξέγερση του Διονύσιου Φιλόσοφου τον Σεπτέμβρη του 1611. Μοιρασμένα σε τεμάχια τα νοίκιαζαν οι χριστιανοί μποσταντζήδες και τα δούλευαν . Εκεί πέρναγαν την μέρα τους χειμώνα καλοκαίρι καλλιεργώντας ζαρζαβατικά της κάθε εποχής για την αγορά των Γιαννίνων.Μερακλήδες άνθρωποι οι μποσταντζήδες είχαν δημιουργήσει κληρονομικά από πατέρα σε γιο δική τους κηπευτική αρχιτεκτονική και δικούς τους σπόρους ... Είχαν το καλυβάκι τους δίπλα από το χαντάκι που έφερνε νερό από την λίμνη , εκεί κοντά και το ροδάνι που πότιζαν , εκεί και η μεγάλη σκάφη που ξέπλεναν τα ζαρζαβάτια πριν το πακετάρισμα ... Με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924 οι περισσότεροι τα αγόρασαν .... 
  Σε μεγάλο μέρος από τα μποστάνια της Καλούτσανης καλλιεργούσαν , αλλά και επεξεργαζόταν το λινάρι . Ινώδες φυτό το λινάρι , μετά από επίπονη επεξεργασία με μούσκεμα στο νερό και "κοπάνισμα" δίνει ανθεκτικό νήμα κατάλληλο για την κατασκευή υφάσματος για τσουβάλια - ζιάκες . Το νήμα το αγόραζαν τα εργαστήρια ύφανσης και ραφής τσουβαλιών , που τα περισσότερα βρίσκονταν κοντά στα μποστάνια προς την μεριά της πόλης και είχαν ιδιοκτήτες τούρκους,χριστιανούς και λίγους εβραίους. Όπως συνηθιζόταν τότε τα εργαστήρια ήταν μαζί με το σπίτι του αφεντικού (και στα ταμπάκικα και οι φούρνοι κ.ά.) και το ωράριο εργασίας συνεχές "ήλιο μ' ήλιο" που λένε... 
  Ένα από τα καλά εργαστήρια της Καλούτσιανης τόχε κάποιος τουρκογαννιώτης "Μπέη" (κύριο) τον φώναζαν κι έτσι το όνομά του δεν το θυμόταν κανείς . Εποχή της διήγησής μας ακαθόριστη ... μέσ' την τουρκοκρατία.... Είχε ο Μπέης 5-6 αργαλειούς κι άλλους τόσους ραφτάδες και θεληματίδες που περίμεναν στον δρόμο για μεταφορές και άλλα θελήματα. Είχε κοινή πόρτα εργαστήρι και σπίτι και πολλές φορές όλοι μαζί στις ώρες εργασίας  γινόταν ένα σε χαρές και λύπες προσωπικές και εργασιακές . Οι υφαντήδες κι οι ράφτες  ήταν άντρες γεροδεμένοι από τα χωριά και την πόλη.Γρήγορα μάθαιναν την δουλειά και με πειράγματα , μελωδικά σφυρίγματα και κουβέντες  "ξεσυνερίζονταν" ποιος θα έβγαζε τα περισσότερα κομμάτια . Ο Μπέης είχε την γωνιά του με τζάκι , το "μπάσι" , την τάβλα και τα "σιεργκένια" (ράφια) με τα "τεφτέρια" κι από εκεί παρακολουθούσε τους εργάτες του , έκλεινε και  ρύθμιζε τις παραγγελίες ... Το μεσημέρι σταματούσαν για λίγο να φάνε και στον μπάγκο του αργαλειού ξετύλιγαν οι εργάτες τους "μποξιάδες" όπου είχαν  το "πινάκι" με το φαγητό , λίγο ψωμί λίγο τυρί και καμιά φορά κανα "φελί" πίτα. Ο Μπέης  δεν άφηνε το πόστο του ούτε εκείνη την ώρα . Κατέβαινε η Κυρά με την "δούλα"από το σπίτι, με  το  "σινί " και τα χαλκωματένια  πιάτα και τον σερβίριζε εκεί στην γωνιά . Παράστεκαν  εκεί  οι δύο  με την πλάτη γυρισμένη προς την εργατιά και περίμεναν να τελειώσει ο αφέντης ή να τους πει να φύγουν .... Αργά το βράδυ καθάριζε ο καθένας το πόστο του καληνυχτίζονταν κι έφευγαν ... Έτσι περνούσαν οι μέρες ....
  Μιά μέρα παρουσιάστηκε στο εργαστήρι ένας "έντιμος" γείτονας με ένα "χωριατόπλο" με τα διμιτένια ρούχα , τα τσαρούχια και το μαύρο φεσάκι του , που το σύστησε για "κουμπαρόπλο" του στον Μπέη και τον παρακάλεσε να τον πάρει για δουλειά ,"δλειά νάναι κι ότ' νάναι" εγγύηση ο ίδιος. Ο Μπέης χωρίς πολλές κουβέντες του είπε ας καθίσει και βλέπουμε .... Κι έτσι το χωριατόπλο από την άλλη μέρα μπήκε στην δούλεψη του Μπέη.... Από τα λίγο ξέμακρα ημιορεινά χωριά το παλικαράκι μας ξανθοκόκκινο και πρόσχαρο δεν είχε σταματημό , από θέλημα σε θέλημα με το χαμόγελο και το "όρσε" , τον συμπάθησαν όλοι στο εργαστήρι και γρήγορα του έδειξαν και τα κόλπα της δουλειάς , έξυπνο κι αυτό , την "έκλεψε' την τέχνη και σύντομα τον έβαλε ο Μπέης σε αργαλειό κι άρχισε να "βγάζει κομμάτια".Τα μεσημέρια έβγαζε κι αυτό τον "μποξιά" με το φαγητό , που του ετοίμαζε η σπιτονοικοκυρά του , όπως το είχαν συμφωνήσει όταν είχε νοικιάσει δωμάτιο, και καμιά φορά που του έρχονταν καλάθι από το χωριό με τις αλλαξιές τις καθαρές είχε κι αυτός κανά "φελί" πίτα και κανά φρούτο της εποχής και τους κέρναγε όλους και του Μπέη του τόδινε από το πρωί το "πεσκέσι" από το χωριό που τόχε στείλει ο πατέρας ειδικά για αυτόν ...Με λίγα λόγια είχε εξελιχθεί σε λίγο καιρό σε καλό εργάτη και συμπαθητικό σε όλους και με τα τραγούδια και τα "σιουρήγματά" του ,τους ομόρφαινε και την ημέρα .
  Στις μεγάλες γιορτές οι εργάτες έπερναν άδεια για να τις περάσουν με τους δικούς τους κι άν ήταν να πάνε στο χωριό έπαιρναν και κανα δυό μέρες παραπάνω για τα οδοιπορικά . Στον γυρισμό όλοι ανανεωμένοι έλεγαν τα δικά του ο καθένας και πάλι στη ρουτίνα ... Σε κάποια από αυτές τις άδειες - επισκέψεις στο χωριό , το χωριατόπλο μας αρραβωνιάστηκε και με τον γυρισμό στη δουλειά , όταν τους είπε το νέο , όλοι χάρηκαν και τον ευχήθηκαν κι ο Μπέης του είπε πως από όταν με το καλό παντρευτεί και φέρει την νύφη θα του δώσει καλύτερο μεροκάματο για να νοικιάσει μεγαλύτερη "κάμαρα" και "νάχει" σαν "φαμελιάρης" που θα είναι . Ήρθαν , λοιπόν, οι συμφωνημένες από τους γονείς μέρες του γάμου , που έγινε στο χωριό. Πήγε παντρεύτηκε και γύρισε το χωριατόπλο μας με τα γαμπριάτικα ρούχα και την ξεθωριασμένη "οκνά" στα μαλλιά (* οκνά : κόκκινη μπογιά που βάφουν τα μαλλιά των νεονύμφων). Συμφώνησε με την σπιτονοικοκυρά για την μεγαλύτερη "κάμαρα" και τόπο στο μαγειρειό και μετά από λίγο καιρό κατέβηκε κι η χωριατοπούλα κόκκινη - κόκκινη κι αφράτη με τα σιγκούνια και το μαντήλι κι όλη την φρεσκάδα του βουνού.... Όλοι στην δουλειά και την γειτονιά τους ευχήθηκαν, "κέρασαν" και τη νύφη. Ακόμη και ο Μπέης με την Κυρά όταν την πρωτοείδαν στο εργαστήρι μεσημέρι που έφερε τον "μποξιά" με το φαγητό και κάθισε κι αυτή δίπλα στον μπάγκο ως που να τελειώσει ο καλός της και να συμμαζέψει,τους φώναξαν στην γωνιά και κέρασαν την νύφη ένα μετζίτι (τώρα χρυσό ή ασημένιο δεν μας είπαν...).
   Ο καιρός περνούσε η δουλειά - δουλειά και το σπίτι - σπίτι ...Το χωριατόπλο χαρούμενο έριχνε την σαΐτα δεξιά - αριστερά στα στημόνια του αργαλειού,πατούσε τα πετάλια με ρυθμό και καμάρι και "σιούριζε" χαρούμενους σκοπούς ... Κατά το μεσημέρι όλο και έριχνε τα μάτια κατά την πόρτα του εργαστηρίου γιατί η χωριατοπούλα σαν νιόπαντρη που ήταν συνέχισε κάθε μεσημέρι να πηγαίνει το φαγητό στον άντρα της να κάθονται μαζί στον μπάγκο του αργαλειού κι αφού συμμάζευε έφευγε...
 Έλα όμως που ο Μπέης την "έβαλε στο μάτι" .... σαν ο λύκος το αρνί και παραμόνευε και διεργαζόταν με τον νού του για την ευκαιρία... Όπως λένε άν βάλεις στο νού σου την "διαολιά" θα γίνει ... Και έγινε.
 Μια χαλαρή μέρα στην δουλειά κατάφερε , ο Μπέης , από εδώ κι από εκεί να είναι στο εργαστήρι μόνο το χωριατόπλο κι όταν πλησίαζε η ώρα του φαγητού είχε έτοιμη την πρόφαση να το στείλει σε εξωτερική δουλειά έτσι ώστε όταν θα έρχονταν η καλονιά να ήταν οι δυό τους .... Κι έτσι έγινε και έγινε κι η "πράξη".....
 Όταν επέστρεψε το χωριατόπλο δεν βρήκε τα πράγματα όπως τα ήξερε...λίγο η έκτη και η έβδομη αίσθηση των ερωτευμένων ... τα "πουλάκια" που φτερούγιζαν στο χαμηλωμένο βλέμμα της καλονιάς και τα λοξοκοιτάσματα του Μπέη ... όλα συνήργησαν στις υποψίες ... λίγο τις επόμενες μέρες και κάτι μισόλογα στη δουλειά (μπορεί και να μην ήταν αλλά αυτός έτσι νόμιζε)... όλα αυτά το έριξαν το χωριατόπλο μας σε μαρασμό ... Σταμάτησαν τα τραγούδια και τα "σιουρήγματα" , η σαΐτα πήγαινε δεξιά-αριστερά με βαριά άχ και βάχ , τα μεσημέρια ούτε που κοίταζε προς την πόρτα κι όταν ερχόταν η χωριατοπούλα  κάθονταν  σιωπηλοί στον μπάγκο και δεν κοιτιώταν ... Κανένας δεν τον ρώτησε τίποτε από τους συντρόφους ,που κι αυτοί με τον καιρό και από την συμπεριφορά του Μπέη  κάτι έβαλαν με τον νού τους ... 
  Και η Κυρά κι αυτή κάτι κατάλαβε και μάλιστα πολύ καλά και δεν στεναχορεύτηκε τόσο για λογαριασμό της ( αυτή έτσι τα ήξερε τα ζακόνια του αφέντη της),αλλά περισσότερο για το χωριατόπλο που έδινε χαρά στον τόπο  και τώρα το έβλεπε να μαραζώνει .... Κατέβαινε τα μεσημέρια με το σινί και τον λοξοκοίταζε μέσα από την "μπούλα" (μαντήλα) και της ράγιζε την καρδιά η προστυχιά του αντρός της ... Τα άχ και τα βάχ συνεχίζονταν είχε αδυνατίσει και λίγο από την ανορεξία ... Τα πρόσεχε όλα αυτά η Κυρά και κάτι συλλογιζόταν να κάνει για να έπαιρνε και των δυό τους την εκδίκηση. Κι έγινε ... Ήρθε το σεκέρ Μπαϊράμ , γιορτή που οι τούρκοι έκαναν χαλβά σιμιγδαλένιο κι άλλα σερμπέτια , κι ο Μπέης πετάγονταν για επισκέψεις σε φίλους και συγγενείς , κάπως ξεμοναχιάστηκε και το εργαστήρι και τότε βρήκε την ευκαιρία η Κυρά  να του μιλήσει . Βγήκε στο κεφαλόσκαλο και τον κάλεσε επάνω στο σπίτι . Εκεί τον ρώτησε και τον πίεσε να της πεί τι του συμβαίνει και με τα πολλά αναγκάστηκε να της πεί ... " Νά ο Μπέης κι η γυναίκα μ' ..." της είπε. " Όρε κι για αυτό χολιάζεις ;" του είπε η Κυρά " έλα εδώ" και τον τράβηξε στο "μιντέρι" του μαγειριού ... Κι εκεί έγινε η δεύτερη "πράξη" ...
  Από την άλλη μέρα το χωριατόπλο μας έπιασε με "φούρια" την σαΐτα και πετώντας την δεξιά στο στημόνι έλεγε : "αν δεν ήταν έτσ' " και μετά πρός τα αριστερά : "δεν θα γινόταν έτσ'"... και πάλι " άν δέν ήταν έτσ' ... δεν θα γινόταν έτσ' " και πάλι και ματα πάλι ....
  Με τον καιρό όλα καταλάγιασαν και η ζωή συνεχίστηκε και συνεχίζετε . Τώρα τι θα πούνε οι ψυχολόγοι , οι κοινωνιολόγοι και οι υπόλοιποι "λόγοι" είναι δικιά τους δουλειά .
                                           ΤΕΛΟΣ

** Από την γιαννιώτικη εφημερίδα "ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝ" :



φίλ.Π.γ.

"λάχανα μαζέματα" ("λ.μ.").

Νοέμβρης 2015 - Γιάννινα.




  

 


 

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

" Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ " - Α.Χ.Μαμμόπουλου "ΗΠΕΙΡΟΣ"





Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ (ΜΙΚΗ ΖΕΖΑ)

Του Αλεξ.Χ.Μαμμόπουλου - ΗΠΕΙΡΟΣ (τόμος β'-1964) 




Τα τελευταία λόγια του Παύλου Μελλά προς τους συναγωνιστές του : «Τὸ χρέος τοῦ παλληκαριοῦ εἶναι νὰ λογίζεται σφαγάδι καὶ ὄχι ψοφίμι. Τὸ σταυρό νὰ τὸν δώσεις στὴ γυναίκα μοὺ καὶ τὸ τουφέκι τοῦ Μίκη καὶ νὰ τοὺς πεῖς ὅτι τὸ καθῆκον μου ἔκαμα».
 


*********************************

Γιά την αντιγραφή : φίλ.Π.γ.
"λάχανα μαζέματα" ( "λ.μ." ).
ΙΩΑΝΝΙΝΑ Οκτώβριος 2015
 

 

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΔΑΡΔΑΣ (Κορυτσάς) - Του ΑΛΕΞ.Χ.ΜΑΜΜΟΠΟΥΛΟΥ



~ ~ Από το βιβλίο "ΗΠΕΙΡΟΣ" (2ος τόμος - 1964) του Αλέξανδρου Χ. Μαμμόπουλου μεταφέρω την περιγραφή της γυναικείας φορεσιάς του Βλάχικου χωριού Δάρδα στην περιφέρεια της Κορυτσάς , καθώς και όσες φωτογραφίες είχε συλλέξει ο ακούραστος ερευνητής - λαογράφος της Ηπείρου και όχι μόνο.

** Πρός "τέρψιν" των φίλων του  Vlahofonoi  Blogspot.


Ζωγραφική Αθηνάς Ταρσούλη



**********************************************
**********************************************




** Η συλλογή των στοιχείων έγινε μεταξύ 1960 - 63 φίλ.Π.γ.


****************************************
****************************************

Δάρδα της Κορυτσάς -- Φωτογραφία του 1890  από το βιβλίο "ΗΠΕΙΡΟΣ" (τόμος β') του Αλεξ.Χ.Μαμμόπουλου -- Δυστυχώς η φωτογραφία ήταν "μοιρασμένη" σε δύο σελίδες με αποτέλεσμα να "χάνει" την πανοραματικότητά της.


 ==========================






++++++++++++++++++++++++++++++++
++++++++++++++++++++++++++++++++

Για την αντιγραφή 
φίλ.Π.γ.
"λάχανα μαζέματα" ( "λ.μ." ).
ΙΩΑΝΝΙΝΑ  9ος - 2015

Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

" ΔΩΔΩΝΗ " 1960 - Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΦΡΟΝΤΖΟΥ



~~ 6 Αυγούστου 1960 -- Ο Πρόεδρος της " Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών " Κώστας Φρόντζος εγκαινιάζει την πρώτη εκδήλωση στην Δωδώνη - αληθηνή μυσταγωγία - με το " ιστορικό " (πλέον) χαιρετιστήριο μήνυμα.
=======================
=======================


 ΔΩΔΩΝΗ 1960

Μετά από 2.000 χρόνια
είδε ξανά η Δωδώνη
την πρώτη σύναξη 
των προσκυνητών της.

 Η " ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ " στα πλαίσια των προσπαθειών της γιά την αξιοποίηση της Δωδώνης και την προβολή της Ηπείρου , εγκαινίασε τις εκδηλώσεις των ΕΟΡΤΩΝ ΔΩΔΩΝΗΣ. 
 Με τη συρροή δεκάδων χιλιάδων θεατών το μεγαλύτερο θέατρο της αρχαιότητας έπαιρνε πάλι ζωή.
 6 και 7 Αυγούστου 1960 : ΘΙΑΣΟΣ Δ.ΡΟΝΤΗΡΗ
 Σάββατο 6 Αυγούστου : Σοφοκλέους "Ηλέκτρα"
 Κυριακή 7 Αυγούστου : Αισχύλου "Χοηφόροι - Ευμένιδες".

 Την πρώτη εκείνη συγκέντρωση της Δωδώνης - αληθηνή μυσταγωγία - εγκαινίασε ο Πρόεδρος της "Εταιρείας  Ηπειρωτικών Μελετών" με το ακόλουθο χαιρετιστήριο μήνυμα :


 
====================
====================


Το αρχαίο θέατρο της Δωδώνης πρίν και μετά την αναστήλωσή του

Δωδώνη 1961 . Στην είσοδο του θεάτρου ο Πρόεδρος της Ε.Η.Μ. Κ.Φρόντζος και ο Γενικός Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Αιμ.Χουρμούζιος.

  
Δωδώνη 1961. Το αρχαίο θέατρο χωρητικότητας 18.000 θέσεων , κατάμεστο από τα πλήθη των "προσκυνητών"

Το εξώφυλλο του προγράμματος "ΕΟΡΤΩΝ ΔΩΔΩΝΗΣ" το 1960.

==========================
==========================

Γιά την αντιγραφή 
φίλ.Π.γ.
"λάχανα μαζέματα" ( "λ.μ." )
Αύγουστος 2015
 

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2015

Νίκος Χουλιαράς ... ο δικός μας .....


Νίκος Χουλιαράς
... ο δικός μας ....



====================
====================

~~ Στόν Νίκο                                            
                                                           -- Τού Βαγγέλη Αγγέλη


  Καθώς πλησιάζει τ' Αη Λιώς και τα μικρά των λελεκιών κάνουν τις τελευταίες πρόβες να πετάξουν - σε λίγες μέρες ξαφνικά ένα πρωί θάχουνε φύγει - θάχει περάσει κι αυτό το καλοκαίρι.Μαζί μ' αυτά έφυγες για "Τα νησιά τ' ουρανού" με τον Πήγασο να πας να βρείς τον κυρ - Δημητράκη , τον Βύρωνα , τον Γιώργο τον Οικονόμου , τον μπάρμπα - Γιάννη τον Καριοφύλλη.Σε περιμένουν στ' ακρογιάλι . Εκεί στου Μάτσικα , στο Μώλο με τ' αθλητικά , τις βάρκες , το κολύμπι ανάμεσα στα καλάμια και στα παπύρια. Εκεί στην άλλη μεριά που ο Ήλιος δεν βασιλεύει ποτέ και λιβάδια είναι καταπράσινα όλο τον χρόνο. Τα Χάνια είναι καινούρια κι όμορφα κι ο Λούσιας συνεχίζει να γυροφέρνει στα σοκάκια και να τραγουδάει όταν αρχίζουν οι βοριάδες και βλέπεις καθαρά πέρα στα Τζουμέρκα. Ο Τσιτσάνης , ο Μάνος ο Χατζηδάκις , ο Λεωνίδας ο Χρηστάκης ο Χειμωνάς , εκεί τριγύρω στη Δεξαμενή στη Δεινοκράτους , στην Καισαριανή που πήγαμε κάποια φορά με το Πόνυ ... Με το καλό να φτάσεις στ' άλλα Γιάννινα , να δώσεις χαιρετίσματα κι αν έχω λησμονήσει και κανένα εσύ να τονε χαιρετήσεις Νίκο ... Έλα να πάμε μέχρι το Γηροκομείο να περπατήσουμε στην Αβέρωφ , να ψάξουμε για κομπολόγια , στα Λιθαρίτσια ν' ανεβούμε ν' αγναντέψουμε και στη Μιμόζα στον κήπο , στον Αλλάχ και στη Καραβατιά ... Στη λίμνη στα Ναυτάκια με το Νίκο , τον κυρ - Γιάννη , ν' ακούσουμε την βενζινάκατο πούρχεται από την Αρδομίστα κι η νύχτα νάρχεται γλυκιά με καλαμπούρια και το τάβλι που χτυπάνε νευρικά φρικιά , φοιτήτριες κι εργάτες να τραγουδήσουμε τ' "άσπρο τριαντάφυλλο μωρ' Γιαννιωτοπούλα μου" ... Και να μη ξημερώνει μεσ' στις ιστορίες και τα γέλια και τα βρισίδια για τη χασούρα και για το γαμώτο . 

                              8.25 μ.μ. 21/7ου/2015 Κουτσελιό (σπίτι)

=======================
======================= 

 

~~ Βράδυ αυγουστιάτικης πανσέληνου με έκλειψη ( 1989 ) στα Γιάννινα ... "παρτάκι" παρέα με Νίκο Χουλιαρά , Βαγγέλη Αγγέλη , Νόκιο .... Ερασιτεχνική ηχογράφηση με δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο για φίλους. 
==================================
===================================




==========================



~~ Βράδυ αυγουστιάτικης πανσέληνου με έκλειψη ( 1989 ) στα Γιάννινα ... "παρτάκι" παρέα με Νίκο Χουλιαρά , Βαγγέλη Αγγέλη , Νόκιο .... Ερασιτεχνική ηχογράφηση με δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο για φίλους.

============================

ΝΙΚΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ

"Ζωή την άλλη φορά"

-- .....στο μυαλό μου, έγραψε η εικόνα του σπιτιού καί ο μεγάλος κήπος με τα δέντρα.Το σπίτι που δεν υπάρχει πιά ,σκέφτηκα,και τον αϊλαντο : εκείνο το βρωμόδεντρο πού ζεί ακόμα και τα φύλλα του κουνιούνται ,με τον αέρα,ψηλά και πάνω απ' τις κεραίες που ορθώνονται στο τετραόροφο που έκτισε στον κήπο η αδερφή μου.
Το σκέφτηκα αυτό το δέντρο τ' ουρανού - που ακόμα κι άν το κάνεις κομματάκια ,αυτό θα βρεί τον τρόπο ,έστω κι από ένα κοτσανάκι ,να μεγαλώσει πάλι απ' την αρχή και να ξαναζήσει - κι ήρθε στο νού μου , η νύχτα εκείνη του καλοκαιριού,πού είδα τη μάνα μου μαζί με τη Φόνη,να κάθονται κάτω απ' αυτό το δέντρο.
Στις πάνινες τις πολυθρόνες κάθονταν , αντικρυστά , και κοίταγαν,που κρέμονταν μές στό στερέωμα,σα να 'ταν φωτερά τσαμπιά απο σταφύλια,και κουβέντιαζαν,οι δυό τους σιγανά : "Περνάει η ζωή , Λουκία!..",έλεγε η Φόνη."Πώς πέρασαν,αλήθεια,τόσα χρόνια;.. Ούτε αέρας νά 'ταν!.Κι εμείς;Τι καταλάβαμε;..Να πείς πώς ζήσαμε;..Μπά! Όλη αυτή η φασαρία,για το τίποτα!.. Μια μέρα με το ένα,μια με τ' άλλο.. πάει η ζωή,Λουκία!.. Γεράσαμε! Πότε θα ζήσουμε;".
" Δε βαριέσαι,Φόνη ... Την άλλη φορά !",είπε,η μάνα,και τράβηξε το βλέμμα της από τον ουρανό.Κατέβασε , ύστερα,και το κεφάλι,κι όλο κοίταγε συλλογισμένη - εκεί μπροστά στα πόδια της - κάτι δεντρολίβανα,που κούναγε τις άκρες τους ο σιγανός αέρας. ".





==============================
============================== 



~~ Βράδυ αυγουστιάτικης πανσέληνου με έκλειψη ( 1989 ) στα Γιάννινα ... "παρτάκι" παρέα με Νίκο Χουλιαρά , Βαγγέλη Αγγέλη , Νόκιο .... Ερασιτεχνική ηχογράφηση με δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο για φίλους.
 
================================
================================





================================
================================












=============================
=============================


~~ Βράδυ αυγουστιάτικης πανσέληνου με έκλειψη ( 1989 ) στα Γιάννινα ... "παρτάκι" παρέα με Νίκο Χουλιαρά , Βαγγέλη Αγγέλη , Νόκιο .... Ερασιτεχνική ηχογράφηση με δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο για φίλους. 
=============================
=============================







===================================
===================================


=============================
=============================


... αρχές δεκαετίας του 1960 φοιτητής στην Σχολή Καλών Τεχνών.... με την γιαπωνέζικη NEOCA ....
---------------------------------------
---------------------------------------
" ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" -- ΟΛΓΑ ΣΤΕΛΛΑ.
22 Ιουλίου 2015
«Δε σ’ το ’πα, χαλασιά μου / στα ξένα να μην πας, χαλασιά μου...». Από χθες το πρωί, που έγινε γνωστός ο θάνατος του Νίκου Χουλιαρά, στ’ αυτιά μου φέρνω τη βραχνή του φωνή να τραγουδάει με την Πόπη Αστεριάδη τη διασκευή που ο ίδιος έκανε σ’ αυτό το παλιό δημοτικό τραγούδι. Οπως φέρνω στον νου εκείνες τις μοναδικά τρομακτικές φιγούρες που κυριαρχούσαν στα έργα του, στη μεγάλη αναδρομική έκθεση που οργάνωσε το 2011 το Μουσείο Μπενάκη.
Γιατί ο Νίκος Χουλιαράς συνέδεσε το όνομά του με πολλές τέχνες: με τη ζωγραφική, με τη λογοτεχνία, με τον στίχο... Και σε όλες τις περιπτώσεις, σε όλες τις μορφές τέχνης, ο Νίκος Χουλιαράς άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του. Χθες, ο Νίκος Χουλιαράς άφησε την τελευταία του πνοή, έπειτα από σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε τα τελευταία χρόνια. Ηταν 75 χρόνων.
Γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1940. Σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, στην Αθήνα, γλυπτική με τον Γιάννη Παππά και σκηνογραφία με τον Β. Βασιλειάδη. Τον κέρδισε η ζωγραφική. Και για τη δουλειά του στη ζωγραφική τιμήθηκε, το 1969, με το Βραβείο Παρθένη, και τότε ήταν που παρουσίασε την πρώτη ατομική του έκθεση. Εκείνα τα έργα του χαρακτηρίζονται αφαιρετικά, με ακαθόριστες φόρμες.
Στη δεκαετία του ’70 είχε ήδη δώσει πολλά τραγούδια, τα οποία τραγουδήθηκαν και αγαπήθηκαν, παρακολουθώντας το Νέο Κύμα κυρίως. Συνολικά, έχει κυκλοφορήσει επτά δίσκους. Στο μεταξύ, την ίδια περίοδο, στη ζωγραφική αρχίζουν και απεικονίζονται, με τον δικό του πάντα τρόπο, μνήμες της ιδιαίτερης πατρίδας του. Δημιουργεί πίνακες που απεικονίζουν έρημους χώρους, με τονισμένη τη γραμμή του ορίζοντα και υποβλητική ατμόσφαιρα. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, πηγαίνει ακόμη πιο πέρα τη ζωγραφική του και αποκτά το ξεχωριστό δικό του στυλ, εντάσσοντας την εικονιστική αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο. Από τότε στα έργα του εμφανίζονται φιγούρες που περιγράφουν ανθρώπινες ιστορίες, διηγούνται αναμνήσεις, παραμύθια ή όνειρα. Στα περισσότερα έργα επαναλαμβάνεται η φιγούρα του ζωγράφου, για να τονίσει ακόμη πιο πολύ την αυτοβιογραφική διάσταση της αφήγησής του. Και πολλά από αυτά τα έργα συνοδεύονται από χειρόγραφα κείμενα, που συμπληρώνουν το περιεχόμενο του έργου.
Βιβλία και βραβεία
Πέρα από τη ζωγραφική όμως, καταπιάστηκε, με μεγάλη επιτυχία, με τη λογοτεχνία. Δεκατέσσερα βιβλία του έχουν κυκλοφορήσει (τα περισσότερα από τις εκδόσεις «Νεφέλη»), με τον ίδιο πάντα να επιμελείται τα εξώφυλλα των εκδόσεων. Το πιο γνωστό είναι «Ο Λούσιας» (1979), που έγινε και τηλεοπτική σειρά και μεταδόθηκε το 1989 από την ΕΤ1. Ανάμεσά τους δύο εκδόσεις που βραβεύτηκαν στη Διεθνή Εκθεση της Λειψίας ως τα καλύτερα σχεδιασμένα βιβλία στον κόσμο. Πρόκειται τα για βιβλία «Ζωγραφική-Κείμενα» (1978) και «Το χιόνι που ήξερα» (1983). Αλλοι τίτλοι λογοτεχνικών έργων του είναι: «Το άλλο μισό», «Ο χρόνος είναι πάντα με το μέρος του», «Μια ιστορία του μακρύ χειμώνα», «Οι λεπτομέρειες του μαύρου», «Οι ζωγραφιές του νυχτερινού χάρτη», «Στο σπίτι του εχθρού μου», «Το εργαστήρι του ύπνου», «Νερό στο πρόσωπο», και το τελευταίο που κυκλοφόρησε, το 2006, με τίτλο «Οι μαύρες ζωγραφιές».
Ο αναπληρωτής υπουργός Πολιτισμού Νίκος Ξυδάκης δήλωσε ότι «ο Νίκος Χουλιαράς είχε πάντοτε πολλούς τρόπους να αφηγείται τις νεανικές αναμνήσεις του από την ιδιαίτερη πατρίδα του, τα Γιάννενα. Κι ακόμα περισσότερους, ώστε αυτές οι αναμνήσεις, καθώς και τα νεότερα ερεθίσματά του, να συναντώνται σε ένα έργο που περιέχει την παράδοση και την πρωτοπορία, που αποθησαυρίζει την κοινή μας μνήμη και συνεγείρει την κοινή μας προσδοκία. Την ανθρώπινη θέρμη, το χιούμορ, την αίσθηση του οικείου και ταυτόχρονα του μαγικού που χαίρονταν οι φίλοι του, χαίρονταν παράλληλα και οι αναγνώστες και οι φίλοι της ζωγραφικής και των τραγουδιών του»

===============================
===============================

Γιά την αντιγραφή
φίλ.Π.γ.
" λάχανα μαζέματα " ( " λ.μ. " ) .
ΙΩΑΝΝΙΝΑ -- Ιούλιος 2015